Το ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική είναι δεδομένο ιστορικό, και προσφάτως έγινε σύνθημα και εμβατήριο για τους απανταχού Έλληνες, λόγω της περιβόητης Συμφωνίας των Πρεσπών. Το κείμενο αυτό όχι λίγες φορές χαρακτηρίσθηκε προδοτικό και κατάπτυστο, αφού παραχωρεί τα πάντα από την πλευρά της Ελλάδος, χαρίζοντας σε ξένους το όνομα, την ταυτότητα και τη γλώσσα των Μακεδόνων.

Η συντριπτική πλειονότητα του Ελληνικού λαού ήταν κατά τη Συμφωνίας, και εκατοντάδες χιλιάδες κατάφθασαν από όλη την Ελλάδα στην Αθήνα να διαδηλώσουν τα αισθήματά τους για τα δίκαια της πατρίδας τους. Στο συλλαλητήριο αυτό εκπροσώπησα την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, ως αντιπρόσωπος της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, μαζί με τους αντιπροσώπους των Ιεράς Μονών Χιλανδαρίου και Ξενοφώντος. Εκεί επανήλθε η σκέψη που έρχεται συχνά στο μυαλό μας: η Μακεδονία είναι Ελληνική, αυτοί όμως που μας κυβερνούν είναι Έλληνες; Η αλήθεια είναι ότι ως μοναχός είχα ποικίλα συναισθήματα και απέκτησα μια ιδιαίτερη εμπειρία στη συγκέντρωση αυτή, ίσως τη μεγαλύτερη των τελευταίων δεκαετιών. Το να αγωνίζεται κάποιος, με όποιο τρόπο μπορεί, για τα δίκαια και την ακεραιότητα της πατρίδας του γεννά στην ψυχή του ένα δυνατό αλλά και ευγενές αίσθημα. Είχα μάλιστα ακούσει από τον όσιο Παΐσιο (με αφορμή την παλαιότερη συζήτηση για την ψευδομακεδονία): «άκουσε πάτερ μου, να ξέρεις εν ημέρα κρίσεως θα κριθούμε από τον Θεό όχι μόνο ως μοναχοί, αλλά και κατά πόσο αγωνισθήκαμε για τα δίκαια της πατρίδας μας.»

Είδα λοιπόν το κέντρο της Αθήνας να βουλιάζει από κόσμο, χαρούμενο αλλά και αγανακτισμένο γι αυτούς που εμπιστεύθηκε να κυβερνήσουν την πατρίδα τους. Ήταν μια ειρηνική συγκέντρωση από ανθρώπους κάθε ηλικίας (από ενός έως ενενήντα ετών) και κάθε ιδεολογικής τοποθέτησης. «Δεν θέλουμε τίποτε, δεν διεκδικούμε τίποτε, το μόνο που θέλουμε είναι να μη προδώσουμε τίποτε δικό μας», έλεγαν με κάθε τρόπο. Πριν την έναρξη των ομιλιών κάποιος από την οργανωτική επιτροπή με πλησίασε και μου είπε: «πάτερ, κάνε προσευχή γιατί έχουμε πληροφορίες ότι θα προσπαθήσουν να μας διαλύσουν.» Ὀντας άπειρος σ’ αυτά, θορυβήθηκα και είπα στους πατέρες να κάνουμε ένα κομποσχοίνι. Όταν ανέβηκα στο βήμα να αναγνώσω τον χαιρετισμό της Ιεράς Κοινότητος, άρχισαν τα δυσάρεστα. Δεκαπέντε περίπου άτομα, ξένα προς τη συγκέντρωση, ήλθαν σε σύγκρουση με την αστυνομία. Άρχισαν να πέφτουν χημικά και δακρυγόνα. Κι ενώ ο κόσμος απομακρυνόταν από το σημείο της συμπλοκής, αυτοί σκοπίμως έρχονταν προς το μέρος μας, και η αστυνομία, παρ’ όλες τις εκκλήσεις μας, έριχνε όλο και πιο κοντά μας τα χημικά, μέχρι που κατάφεραν λίγο πριν τελειώσουν οι ομιλίες να μας διαλύσουν. Μικρά παιδιά έκλαιγαν, και ηλικιωμένοι λιποθυμούσαν, δινόταν η εικόνα μιας δίωξης, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι αυτά συνέβαιναν στην Ελλάδα του 2019, στο λίκνο της δημοκρατίας. Και το πιο περίεργο ήταν ότι από την Πολιτεία έφθαναν έως εμάς δηλώσεις και μηνύματα διχασμού και απαξίωσης, αφού μας είχαν ήδη βάλει, ακολουθώντας τον γνωστό προπαγανδιστικό τρόπο, την ταμπέλα του ακροδεξιού και του φασίστα. Φαίνεται ότι το κράτος της «δημοκρατίας» κινδύνευε όχι από τους δεκαπέντε ταραξίες αλλά από τους ιερωμένους, τα βρέφη, τους φοιτητές και τους γέρους, τον απλό λαό που ειρηνικά πλημμύριζε την Αθήνα. Δεν θέλω να επεκταθώ σε λεπτομέρειες, μάλλον θέλω να ξεχάσω τα άθλια αυτά γεγονότα, τα οποία πραγματικά δεν μπορώ να εξηγήσω.

Τώρα η Συμφωνία, παρά το λαϊκό αίσθημα, έγινε νόμος του κράτους. Και οι πραγματικοί Μακεδόνες, σύμφωνα με τα επίσημα χαρτιά, θεωρούνται απλά πολίτες του βόρειου τμήματος του πρώτου μέρους της Συμφωνίας. Για την ώρα…

Όμως, όπως λέει το παλαιό άσμα, «κριτής κι αφέντης ειν’ ο Θεός, και δραγουμάνος Του ειν’ ο λαός.»

Ιερομόναχος Φιλόθεος Κουτλουμουσιανός