ξένος τν Χριστουγέννων

   «Ἐγώ, σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἤμουνα γιὰ
τὰ
χαράμια
καὶ τὰ τυφλοψώμια, ἀλλὰ μονάχα

γιὰ νὰ κρατήσω ἀσημωμένα τὰ βουνά μου μὲ ἐληὲς κι
ὅλους μου
τοὺς κόρφους
χλωρὰ στρωμένους βελάσματα ἀθώων κι ἀγριάδες

ἀπὸ παιδὶ μικρὸ σκέπασα τὴν ψυχὴ μὲ  μαῦρο  ράσο
κι ἐκεῖνοι βλέπανε λερωμένο πανωφόρι

Τί στέκεσαι κι ἀναμετρᾶς μὲς στῆς φυγῆς μου  τὸν ἀντί-
λαλο,
ὅπως ὁ βράχος,
στὰ κάματα διψάει  φύλλα καὶ  δροσερὰ  πουλιά, τέτοια
ποὺ μόνο
βάσανα
φωλιάζουνε στῶν λέξεών μου τὰ ἔγκατα

Ὅλος ὁ βίος Τετράδη κι εἴδησις θανάτου
κι ὅ,τι εἴπαμε  καὶ  γράψαμε οὔτε μισὴ ὀκὰ
τσιγαρέττα ψιλὰ Ἀγρινίου τοῦ Βάρκα

Νὰ κάμεις νόμο-τρόπο νὰ περνᾶς μὲ δέντρου ἀλκὴ
ποὺ  τὸ  ποτίζει  στάλα-στάλα  ἡ  προσδοκία  τῆς  ἐπι-
στροφῆς

Τί θέλεις, ναί, Χριστούγεννα, κι οἱ λίθοι τοῦ ἀναθέματος
μαζεύονται  στὸ  στῆθος  μου  (αὐτὸ  ὁ  γιατρὸς  τὸ  λέει
βήχα)
μὲ τὸ κερὶ στὸ στόμα θὰ ψάλω τὴν καταβασία
καὶ  μ’  ἕνα  δάκρυ  θὰ  ἀνασάνει  ὁ  κόσμος   τελευταία
φορά, κι
ὕστερα
Ὁλόφωτα –
Γιατὶ ἀλλοῦ γεννήθηκα, οὔτε θὰ φύγω οὔτε θὰ ξανάρθω»

Ἀνάδευε τὸ δάχτυλο στὴν στάχτη καὶ τὸ βλέμμα
σπασμένο  γυαλικὸ  ὅπως  κατεβασιὰ  τῆς  μνήμης  ποὺ
φυσάει
ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐφάνη τῶν ὑδάτων
κι ἔγραψε μὲ τὸ δάχτυλο στὴν ἀμμουδιὰ
ὅσα δὲν γίνεται ἄνθρωπος νὰ γράψει καὶ νὰ πεῖ.

Δημήτρης Κοσμόπουλος
Από την ποιητική Συλλογή «Κρούσμα»