Ἡ παρουσία τῆς Παναγίας εἶναι ἰδιαίτερα αἰσθητὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὶς ζωὲς ἐκείνων ποὺ τὴν ἐπικαλοῦνται. Ἡ μορφή της διακατέχει τὴν ὕπαρξή μας, ἐμπνέει, παρηγορεῖ, παιδαγωγεῖ. Ἄλλοτε ἡ ἴδια αὐτοπροσώπως, ἄλλοτε μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες της. Ἀναρίθμητα τὰ ὀνόματά της, ἀναρίθμητες οἱ εἰκόνες της, καὶ κάθε εἰκόνα μιὰ ἱστορία μὲ ἀναρίθμητα θαύματα. Μία ἀπὸ τὶς ὀμορφότερες εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Γιάτρισσας ἢ Στυλαρινῆς, ποὺ κοσμεῖ τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς τοῦ Κουτλουμουσίου.

Εἰκόνα τοῦ 14ου αἰώνα (μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες, λέγουν οἱ εἰδικοί, εἰκόνες τῆς Παλαιολόγειας περιόδου), βρισκόταν σὲ Κουτλουμουσιανὸ μετόχι στὸν Μαρμαρᾶ τῆς Προποντίδας. Ὀνομάσθηκε Γιάτρισσα, γιατὶ οἱ θεραπεῖες της τὴν κατέστησαν γιατρὸ ἀποκλειστικὸ τῆς περιοχῆς. Μετὰ τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ 1922 τὸ μετόχι αὐτὸ ἐρημώθηκε καὶ ἡ εἰκόνα χάθηκε. Ἕνα νεαρὸ κορίτσι (ἡ μετέπειτα μοναχὴ Θεοδοσία) τὴν βρῆκε μετὰ άπὸ καιρὸ σὲ ἔρημη περιοχή, καὶ τὴν μετέφερε στὴν Ἀττική, ἀπὸ ὅπου μὲ ὑπόδειξη παλαιῶν γερόντων ἐστάλη στὸ Κουτλουμούσι. Οἱ Πατέρες τοῦ Κουτλουμουσίου τὴν τοποθέτησαν στὴν μικρὴ αἴθουσα ὅπου συνερχόταν ἡ Γεροντικὴ Σύναξη τῆς Μονῆς, καὶ ἐκεῖ τὴν φώτιζε μιὰ ἀκοίμητη κανδήλα.

Ἐδῶ καθιστᾶ μὲ ἄλλο τρόπο αἰσθητὴ τὴν παρουσία της. Στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, ὁ νέος τότε ἡγούμενος τῆς Μονῆς, κάποια βράδια ποὺ ἀποσυρόταν στὸ Κελλί του, ἄκουγε κρότους σὲ παράθυρα καὶ πόρτες, καθὼς καὶ βηματισμοὺς στὸν διάδρομο. Ἀφοῦ ἐπαναλήφθηκε τοῦτο γιὰ μερικὲς ἡμέρες, ἀνέφερε τὸ γεγονὸς σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιότερους γέροντες τῆς Μονῆς. «Ἄ, μὴν ἀνησυχεῖς», τοῦ ἀπάντησε πολὺ ἁπλὰ ἐκεῖνος, «συμβαίνει ὅταν σβήνει τὸ καντήλι της». Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, κάποιος ἔμπορος προσκυνητὴς ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔτυχε νὰ βρεθεῖ ἀνυποψίαστος στὸ δωμάτιο τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως, μὲ ἀφορμὴ μιὰ ἐμπορικὴ συναλλαγή. Μόλις ἀντίκρισε τὴν εἰκόνα, ἔκπληκτος ἔπεσε μὲ δάκρυα μπροστά της, λέγοντας «Παναγία μου, Γιάτρισσα». Τότε εἶπε στοὺς Πατέρες γιὰ τὰ μεγαλεῖα ποὺ εἶδαν χιλιάδες κόσμος στὸ μετόχι τοῦ Μαρμαρᾶ, γιὰ τὰ θαύματα σὲ Ἕλληνες καὶ Τούρκους, γιὰ τὰ χρυσὰ καντήλια ποὺ τὴ στόλιζαν, γιὰ τὸ ὅτι ἦταν ἡ γιατρὸς ὅλης τῆς περιοχῆς, γιὰ τὰ λαμπρὰ πανηγύρια της στὴν Κοίμηση καὶ στὴν Ζωοδόχο Πηγή. Τότε μὲ ἀπόφαση τῆς Μονῆς ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὸ Καθολικό, ὅπου καὶ δεσπόζει μέχρι σήμερα.

Ὁ βυζαντινὸς ἁγιογράφος κάτω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τῆς ἔνθρονης Παναγίας ζωγράφισε ἔντονους δακρυγόνους ἀσκούς. Προφανῶς γιὰ νὰ φανερώσει τὴ συγκέντρωση ὅλου τοῦ πόνου, ὅλων τῶν δακρύων στὴν ψυχὴ τῆς Θεοτόκου. Ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄξια νὰ λέγεται πρέσβειρα τοῦ γένους μας. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ ὁδηγήτρια, ποὺ μὲ τὸ δεξί της χέρι δείχνει τὸν Υἱό της. Ἔτσι, ὄχι μόνο μεσιτεύει ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ μᾶς κατευθύνει στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Ἱερὰ Μονὴ Κουτλουμουσίου