«Φλόγα ἀκοίμητην σᾶς βρέχω»

Ἰανουάριος 1828.

Στὸ ξενοδοχεῖον «Τὸ Χρυσοῦν Ἀπίδιον», στὴν Βιέννη, πεθαίνει ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης. Γιὰ 6,5 χρόνια σκάβουν λαγούμια θανάτου μέσα του οἱ φυλακὲς τῆς Αὐστροουγγρικῆς Αὐτοκρατορίας (Θεὸς σχωρέστην τὴν μακαρίτισσα· καὶ κακόχρονο να ‘χουν οἱ φρέσκες ἀπομιμήσεις της).

36 χρονῶν ἦταν. Τριάντα ἕξη.

Μά, δὲν εἶχε μυαλὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;;

Νὰ κἀτσει στ’ αὐγά του (ἢ μἠπως εἶναι ἀβγά…). Νὰ κἀμει προκοπή, βιός.

Παράσημα, βότκα καὶ χοροί. Γκενεράλης, μὲ ὑπηρέτες καὶ ὑπασπιστές. Χρυσόδετα ἀπομνημονεύματα στὰ γερἀματα.

Ἀντὶ αὐτῶν: ὀδύνες, βάσανοι, σταυρός. Ἄ, πόσο βαθιὰ πάει τὸ χαράκι τῆς Ἱστορίας ὅταν θέλει νὰ γράψει ποίηση.

«Νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον δι’ οὗ πάντοτε νικῶμεν, τὸν Σταυρόν! Ἡ ὥρα ἦλθεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες!»

Τί μᾶς λὲς τώρα; Ἐμεῖς ἔχουμε ἀτράνταχτες ὑποσημειώσεις, θεωρίες τοῦ deconstruction*. Ξέρουμε.

Τὴν τύφλα μας.

Ὁ ποιητής, ναί, γνωρίζει:

«Ἐκεῖ ὅπου ἐπατήσατε
ἰδοὺ καρποὶ φυτρώνουν».

Ἔμφρων

* Σύμφωνα μὲ τὶς θεωρίες τῆς ἀποδόμησης, ὅλα τὰ γραπτὰ κείμενα χαρακτηρίζονται ἀπὸ διφορούμενες ἔννοιες καὶ ἀντιφάσεις καὶ δὲν ἔχουν κάποια σταθερὴ βάση. Ἡ ἀποδόμηση ἔγινε ἐργαλεῖο στὰ χέρια κριτικῶν καὶ ἱστορικῶν ποὺ «ὅλα τὰ σφάζουν, ὅλα τὰ μαχαιρώνουν», καὶ σήμερα μᾶλλον ἔχει γίνει στοιχεῖο τῆς λαϊκῆς κουλτούρας.

Ὁ πρίγκιπας Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1792. Στρατιωτικός, λόγιος καὶ ἀρχηγὸς τῆς Φιλικῆς Ἑταιρίας, ἐξέφρασε στὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης τὴν θέση ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὑπόθεση τοῦ χριστανισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀναχθεῖ σὲ ὑπόθεση ὅλων τῶν Βασιλικῶν Αὐλῶν τῆς Εὐρώπης. Μετά τὴν καταστροφὴ στὸ Δραγατσάνι παραδόθηκε στοὺς Αὐστριακούς, φυλακίστηκε καὶ ἀπελευθερώθηκε τὴν 24η Νοεμβρίου 1827. Ἡ κλονισμένη ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε ἔκτοτε νὰ βοηθήσει τὸ ἐπαναστατημένο ἔθνος. Δύο μῆνες μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του τὴν 31η Ἰανουαρίου 1828 πέθανε στὴ Βιέννη.